Άκου, ζαβό μετανθρωπάκι

Άκου, ζαβό μετανθρωπάκι


Είμαστε όλοι πια σίγουροι (πλην κάποιων παραχωρητών) πως την ιστορία αυτού του τόπου την έχεις διδαχθεί επιλεκτικά από τα βαμπίρια που είχες κι έχεις ως περιβάλον. Σου θυμίζω λοιπόν μωρή ψωλοσπηλιά ότι οι ήρωες μας αιώνες τώρα ήταν και θα είναι για πάντα όσοι γλεντούσαν τους ομοαίματους σου.

Όσοι πέθαναν λεύτεροι κι άφησαν στην καταδικαστική και ντροπιαστική βολή τους υποταγμένους σαν κι εσένα να μαζεύουν απλά μέρες.

Επίσης σου θυμίζω (γιατί όσο και χαζό να είσαι δε μπορεί θα το χεις καταλάβει)

ότι όσες φορές κάποιοι σαν του λόγου σου βάλθηκαν να στερήσουν την ελευθερία απ΄ τους «τρελούς» αυτού του τόπου, η ιστορία τους φώλιασε δίπλα στ’ αμέτρητα κουφάρια εκεί στη σκοτεινή λακούβα της απολησμονιάς.

Εδώ λοιπόν στη σωπασιά του θανάτου που απλώνετε, εσύ και τα υπόλοιπα νεκροπούλια, απαιτώ να το βουλώσεις και ν’ ακούσεις των λεύτερων το βόγγο. Όταν θα μου αληθέψει τ’ όνειρο και συνέλθουμε που μας βρήκε μεσόστρατα ο δρόλαπας, θα γονατίσετε όλοι μπροστά στη λευτεριά την Ρήγαινα και θα ικετεύετε για ένα σύντομο τέλος.

Πριν το απόλουσμα σας από τους μετανθρώπους ανάδοχους σας θα υποστείτε την κρίση των ασύλητων. Τ΄ορκίζομαι στις μέρες που έρχονται και στης Αλκυόνας το θρήνο ότι ετούτο ονειρεύτηκα.

Ζω για να δω να σας ξεπροβοδίζουν οι νεκροί απ’ τα κυβερνητικά πορνεία και να σας σέρνουν μαζί με τα υπόλοιπα νεοταξικά ολογράμματα στη σκοτιά της κόλασης. Εδώ θα είμαστε,

θα είναι όταν χιονίσει τέφρα και λίγο πριν ανθίσει η μοσχοκαρφιά.

Κρατείστε τα σημάδια και μη σέρνεστε άλλο γιατί σας ακούνε στον Άδη και ζηλεύουνε όλα τα καταχτόνια.

Θα είναι όταν οι δρίμες μέρες θα ρουφάνε στάλα και φορά, την ύπαρξη σας.

Τελευταίο θέρος λοιπόν. Δε θα ξανατρυγήσετε ποτέ.

Στο ληνό μας δε θα ξαναβάλετε τα πόδια σας.

Πόσο ανυπόστατοι είσαστε στο αύριο μπροστά.

Σαν κισσοί θα ζωστούμε πάνω σας μέχρι να σας πνίξουμε και σας πετάξουμε για πάντα στη στέρνα της λήθης για να τιμήσουμε τα γέρικα δέντρα που σκίστηκαν στα δυο από τους κεραυνούς σας.

Μπορεί να φαίνεται ότι μας φόρεσε τροκάνια ο τσοπάνης αλλά γελιέστε,

γι άλλη μια φορά γελιέστε.

Σας ευχαριστούμε λοιπόν και για κάτι, έτσι μη φανούμε αχάριστοι.

Μας θυμίσατε ότι ταξιδεύουμε στους αιώνες κι η τιμωρία μας είναι κάθε φορά η πρώτη ανάσα και λυτρωμός μας η στερνή. Όμως αυτή τη φορά ενώσατε όλους εμάς που τιμούμε το ενδιάμεσο γέννησης και θανάτου. Τη μαλακία αυτή θα την πληρώσετε ακριβά. Η αστραψιά στα μάτια μας θα σας συνοδεύει μέχρι και του περάτη τη βάρκα. Θα σας ψυθυρίζουμε στ’ αυτιά ότι ο ανθός κομμένου κλώνου δεν ανθίζει κι ότι πάει το ροδάμι σας χαμένο.

Επίσης σας ευχαριστούμε που η αντίπερα από μας όχθη έπαψε να ‘ναι αθέατη.

Λοιπόν μικρό, ζαβό, μετανθρωπάκι,

όσο και αν περνιέσαι παζάρμπασης δε γλυτώνεις τη βούβαση πριν το βάχτι θα σε κάψουν της σκέψης μας οι λίβες.

Ήρθε η αραδαριά σου, όσο κι ανοιχτοπάτης να καμώνεσαι θα σε βρει το ανεμόχολο και θα φύγεις ανέορτος πριν αλλάξει η βάρδια. Θα κοιτάμε κι όλους τους υπόλοιπους εξωνημένους δούλους με λύπηση από τις στράτες του ήλιου κι από τα ξάγναντα μας.

Πρώτο μας ραντεβού στα «ανθεστήρια» εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς.

Και μη ξεχνάς καθένας από μας είναι και μια λέξη που δε ξεστόμισες ποτέ.

Είμαστε ο δρόμος που ποτέ δεν πορεύτηκες

κι αν μας τελειώσετε, οι ψυχές μας θα συναντήσουν τ΄άλλα χελιδόνια

που υμνούν τη φλογάτη άνοιξη.

Εσύ παραμένεις ένας απομεθυσμένος από την εξουσία κατωβρακιάς στο μικρό καστέλι σου, στη χώρα που γιόμισε ίσκιους. Τα μάτια σου φράχτες γύρω σου.

Σ’ έχει χτυπήσει η Άτη και νυχτολαλούν γύρω σου οι κόρακες.

Είσαι ένας θερσίτης από το αποδιαλόγι της ντροπής που λυπημό δε θα βρει.

Μόνο οι αιματοσμίχτες και τα βρωμερά συγγενάδια σου θα πονέσουν για σένα.

Ας μου αληθέψει τ’ όνειρο λοιπόν κι ο άνομος πύρινος πόθος μου ας ξεδιψάσει όλα τα αγδίκιωτα. Αλλοιώς αν τη πουλέψω νωρίτερα θα ήθελα να με θρηνήσουνε ένα γλυκό βράδυ όπως σήμερα, μόνο οι στίχοι μου κι όχι οι φυλακισμένες σκιές από το μεσουράνι.

Γεμάτος σιχασιά και ντροπή για τους συγκαιρινούς μου παραχωρητές,

ξαναφωνάζω πως: από τον τόπο που έρχομαι, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να πεθάνεις παρά μόνο πολεμώντας. Ετούτο δεν αλλάζει.

Να ‘χετε λοιπόν εσύ κι οι όμοιοι σου την κατάρα της μνημοσύνης του σύμπαντος.

Κάθε ανάσα να γιομίζει τα σπλάχνα σας με κυνικά καύματα

και κανείς σας να μη βρει ποτέ θέση στην Αργώ μας.

Να μείνετε χωρίς αιθέρα κι αμάζευτοι στο κενό εις τους αιώνες.


Μιχάλης Μυτακίδης (B.D.Foxmoor) ένας Αλίβας που αποζητά να ξαναζήσει.

Ξημέρωμα Κυριακής 9/1/2022


ΥΓ.

Με είδες το πήγα ποιητικά.

Πρώτη φόρα λέει κάποιος για σένα πάνω από δύο φράσεις χωρίς ούτε ένα «γαμιέσαι».


2.192 Προβολές

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

Ξάγναντο